προβάτοις

πρόβατον
cattle
neut dat pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • CAPITE multa testabantur Veteres — Allidebant in luctu. Victorinus de Augusto, post cladem Varianam. In tantum per doluti, ut cerebri variô incussu parietem pulsaret, veste, capillôque et reliquis lugentium indictis deformis. Livius l. 25. c. 27. Postquam Asdrubalem Gisgonis… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • MANNA Veterum — idem cum recentiorum Saccharo Bambus; liquidum mel est, quod in Prasiis, quae Indiae gens est eirca Gang m, Vere praesertim ac Autumnô pluere, Aelianus Histor. Animal. l. 15. c. 7. his verbis tradit: Ο῞περ ἐμπίπτον ταῖς πόαις, καὶ ταῖς τῶν ἑλείων …   Hofmann J. Lexicon universale

  • SACCHARUM — Dioscoridi Σάκχαρον, Arriano Σάκταρον, recentioribus Graecis Σάχαρ et Σάχαρι, Indis Sachar, aliud nativum est, aliud factitium. Illud Saccharum Mambu hodie vocatur, et cum saccharo Dioscoridis ac Plinii, l. 12. c. 1. mannaque Veter. idem est, et… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ευετηρία — εὐετηρία, ἡ (Α) 1. καλό έτος, καλή χρονιά, καλή σοδειά (α. «ὅτι ὁ σῑτος ἐν τῇ πόλει πολὺς εἴη, εὐετηρίας γενομένης τῷ πρόσθεν ἔτει», Ξεν. β. «τῶν δὲ προβάτων ἐὰν μὲν τὰ πρεσβύτερα ὁρμᾷ πρὸς τὴν ὀχείαν, φασὶν οἱ ποιμένες σημεῑον εὐετηρίας εἶναι… …   Dictionary of Greek

  • εώα — ἐώα, ἡ (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ἡ τοῑς προβάτοις περιτιθεμένη διφθέρα» …   Dictionary of Greek

  • πρόβατο — Αρτιοδάκτυλο μηρυκαστικό του γένους Όβις. Όπως συνέβη και με τη γίδα, το π. έγινε κατοικίδιο, τουλάχιστον στην Ασία, από τους προϊστορικούς χρόνους. Αν και δεν είναι γνωστό από ποια άγρια είδη προήλθαν οι διάφορες φυλές των π. που εκτρέφονται… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.